αποδότης

αποδότης
Γεωργικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για την περισυλλογή και την ανύψωση των δεματίων των διαφόρων γεωργικών προϊόντων (σιτηρών, σανού κ.ά.), όταν αυτά πρόκειται να φορτωθούν, να τοποθετηθούν στην αλωνιστική μηχανή κλπ. Αποτελείται από ένα μακρύ ξύλινο στειλιάρι και μια σιδερένια ή ξύλινη διχάλα με δύο ή και τρία δόντια, μακριά και κυρτά.
* * *
ο (Μ ἀποδότης)
νεοελλ.
1. ο εργάτης που μεταφέρει λάσπη στους χτίστες
2. γεωργικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για το φόρτωμα σταριού, σανού κ.λπ.
μσν.
αυτός που ανταποδίδει κάτι σε κάποιον.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • μισθαποδότης — μισθαποδότης, ὁ (ΑΜ) αυτός που καταβάλλει μισθό, που ανταμείβει μσν. (για τον θεό) αυτός που ανταμείβει στη μέλλουσα ζωή. [ΕΤΥΜΟΛ. < μισθός + ἀποδότης (< ἀποδίδωμι), πρβλ. προ αποδότης] …   Dictionary of Greek

  • εκτιστής — ἐκτιστής, ο (Α) «αποδότης» κατά τον Ησύχιο …   Dictionary of Greek

  • πιλότος — ο, Ν 1. ο πλοηγός 2. ο χειριστής αεροσκάφους 3. κοινή ονομασία τού ακανθοπτερύγιου ψαριού ναυκράτης 4. φρ. «αυτόματος πιλότος» διάταξη που χρησιμοποιείται για την αυτόματη πλοήγηση τών αεροσκαφών. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. piloto < παλαιότ. αμάρτυρο …   Dictionary of Greek

  • ποδότης — (I) ητος, ἡ, Α [πους, ποδός] η ιδιότητα ανθρώπων και ζώων να έχουν πόδια. (II) ο, ΝΜ ναύκληρος, λοοτρόμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αποδότης (< ἀποδίδωμι), με σίγηση τού αρκτικού α ] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”